ΠΡΟΛΗΨΗ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤ
Προσδιορισμός
της παιδικής παχυσαρκίας
Η κατάταξη σύμφωνα με το δείκτη μάζας
σώματος (ΒΜΙ) που ισχύει για τους ενήλικες δεν είναι έγκυρη για τους ανήλικους εξαιτίας
των αναπτυξιακών προτύπων και τις διαφορές στο φύλλο στο λίπος μάζας σώματος με
την ωρίμανση (ACSM,
2004). Προτείνεται λοιπόν η χρήση των ακολούθων ποσοστών για την εκτίμηση του
κατάλληλου βάρους στα παιδιά (εικόνα 3). Ο BMIτυπικά μειώνεται κατά τα προσχολικά
χρόνια και αυξάνεται κατά την εφηβεία. Οι ποσοστιαίες καμπύλες απεικονίζουν
αυτό το πρότυπο ανάπτυξης. Οι τελείες στην εικόνα 2 υποδεικνύουν ένα υποθετικό
αγόρι το οποίο είχε BMIστο 95ο εκατοστιαίο ποσοστό στην ηλικία των 2, 4,
9 και 13 ετών με BMI
19.3, 17.8, 21.0 και 25.1 kg/m2 αντίστοιχα.
Αυτό σημαίνει ότι συγκρινόμενο με παιδιά ίδιας ηλικίας και φύλλου, 95 στα 100
έχουν χαμηλότερο BMI.
Παρόμοια σχηματική απεικόνιση παρουσιάζουν τα ποσοστιαία εκατοστά του BMIσε
σχέση με την ηλικία και στα κορίτσια (Simmons, 2004).
Φυσική
δραστηριότητα και πρόληψη παχυσαρκίας
Σήμερα, υπάρχει η υπόθεση ότι
υψηλότερα επίπεδα ΦΔ κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας οδηγούν στην
απόκτηση λιγότερου λιπώδους ιστού κατά τη διάρκεια της εφηβικής ηλικίας. Την
υπόθεση αυτή εξέτασαν οι Mooreetal
(2003) με την παρακολούθηση της ΦΔ και επαναλαμβανόμενες ανθρωπομετρικές
μετρήσεις σε 103 παιδιά για 8 χρόνια. Τα παιδιά στο υψηλότερο επίπεδο της μέσης
καθημερινής ΦΔ, από την ηλικία των 4 έως 11 ετών, είχαν συνεχώς μικρότερη
αύξηση στο BMI και το
σύνολο 5 δερματοπτυχών κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας. Κατά τη νεαρή
εφηβεία (11 ετών), το άθροισμα των 5 δερματοπτυχών ήταν 95.1, 94.5 και 74.1 για
τα επίπεδα χαμηλής, μέτριας και υψηλής ΦΔ, αντίστοιχα. Η προστατευτική επίδραση
της ΦΔ ήταν εμφανής τόσο στα αγόρια, όσο και στα κορίτσια.
Και άλλες μελέτες όμως υποστηρίζουν
ότι η ΦΔ μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην πρόληψη της παιδικής
παχυσαρκίας. Οι Tremblayκαι Willms
(2003) εξέτασαν τη σχέση μεταξύ παιδικής ΦΔ, καθιστικών συνηθειών όπως χρήση
βιντεοπαιχνιδιών και παρακολούθηση τηλεόρασης και βίντεο, με το BMIσε
ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα παιδιών 7-11 ετών στον Καναδά. Τα οργανωμένα και μη
αθλήματα και η ΦΔ συσχετίστηκαν αρνητικά με το να είναι το παιδί υπέρβαρο
(10-24% μειωμένος κίνδυνος) ή παχύσαρκο (23-43% μειωμένος κίνδυνος), ενώ η
παρακολούθηση τηλεόρασης και η χρήση βιντεοπαιχνιδιών αποτέλεσαν παράγοντες
κινδύνου για να είναι κάποιο παιδί υπέρβαρο (17-44% αυξημένος κίνδυνος) ή
παχύσαρκο (10-61% αυξημένος κίνδυνος).
Αντίστοιχα, οι Ekelundetal (2004) διερεύνησαν τη
συσχέτιση μεταξύ ΦΔ και παχυσαρκίας σε 1292 παιδιά ηλικίας 9-10 ετών από 4
διαφορετικές περιοχές της Ευρώπης. Στη μελέτη τους ο χρόνος που ξόδευαν τα
παιδιά σε μέτρια και έντονη ΦΔ (P=0.032)
και ο χρόνος που ξόδευαν σε έντονη ΦΔ (P=0.015) συσχετίστηκαν στατιστικά σημαντικά και ανεξάρτητα με το
λίπος του σώματος. Παρατηρούμε δηλαδή ότι σημασία έχει όχι μόνο ο χρόνος που
ξοδεύεται σε μια δραστηριότητα αλλά και η ένταση αυτής. Παιδιά τα οποία
συσσώρευαν < 1ώρα μέτριας ΦΔ/ημέρα ήταν παχύτερα από εκείνα τα οποία
συσσώρευαν > 2ώρες/ημέρα. Ωστόσο, πρέπει να τονίσουμε ότι και απλές
δραστηριότητες όπως το περπάτημα προς και από το σχολείο αυξάνει την καθημερινή
ΦΔ αλλά επίσης έχει συσχετιστεί και με μεγαλυτερα ποσά μέτριας προς έντονης ΦΔ
(Alexanderetal,
2005; Saksvigetal, 2007).
Οι Araetal (2006) ανέλυσαν τα
αποτελέσματα τουλάχιστον 3 ωρών/εβδομάδα εξωσχολικής ΦΔ στη συσσώρευση λιπώδους
ιστού σε αγόρια νεαρής εφηβείας. Από τα 42 αγόρια, τα 26 ήταν φυσικά δραστήρια.
Χωρίς διαιτολογική παρέμβαση, τα παιδιά που συμμετείχαν συστηματικά τουλάχιστον
3 ώρες/εβδομάδα σε αθλητικές δραστηριότητες ήταν καλύτερα προστατευμένα έναντι
συνολικής και τοπικής συσσώρευσης λίπους. Επίσης αύξησαν τη συνολική άλιπη και
οστική μάζα σε μεγαλύτερο βαθμό από παιδιά τα οποία δε συμμετείχαν σε
εξωσχολικές αθλητικές δραστηριότητες. Επιπρόσθετα, τα παιδιά που αθλούνταν
διατήρησαν τη φυσική τους κατάσταση κατά την ανάπτυξη ενώ στα μη αθλούμενα
παιδιά εξασθένισε σταδιακά.